SUMMARY

            The Greek community in Lviv was taking shape from the 14th to the 18th centuries. Daring merchants were the first to settle in Central-Eastern Europe. Expectations for gaining profits by trading in “oriental goods” involved overcoming the hardships and perils of the distant journey. Step by step Greek traders made attempts to establish economic settlements in various towns of Galicia and Podilla.

            In Lviv the development of the community had its own peculiarities. Besides problems concerning the juridical status of Greek merchants, the traders had to confront challenges from the strong Greek colony, that was founded in the town in the middle ages. Thus the “new” Greeks had no possibilities to expand their enterprises. Moreover, since the 16th century Greeks experienced an increasing challenge from the Jewish merchants, in particular the trading representatives of Joseph Nacks. In Lviv the new Hellenes could rely upon success only in case of vacant economical enterprises, their own initiative and communicability.

            At the end of the 16th century some of the merchants settled in towns, and arranged cooperation with the local merchants and authorities. In order to enhance the process of integration into the local environment they searched for the means that would help them support their activities. In Lviv the Greeks had to take the way of religious and political self-determination that led them to the choice between the Catholic and Orthodox communities of the town.  At the end of the 16th  century  traders who joined Ukrainian townspeople and took part in the local Orthodox movement separated from the Greek merchants.

            Like Catholics and Protestants who supported people of the same religious belief in the West in the period of Reformation, the majority of Greeks who settled in Lviv in the 16th and 17th centuries integrated into the local Ukrainian milieu. Religion was the factor that united people, identifying their nationality and culture in the early modern period. The community of the Church of Dormition of Holy Theotokos in Lviv became the centre of the spiritual unity for the majority of the first generation of Greek emigrants.

            Lviv Stavropihiyan Brotherhood was the most powerful Orthodox community on the territory where Catholicism was dominant. Greeks thought it to be a privilege to support it. Thus some of them financially supported its activity.  Its real influence on the Brotherhood was neither too strong nor too important.

            The results of the investigation presented in this presentation, make it possible to set apart the representatives of the Lviv Greek community from the “entire crowd of people from the East”. On the basis of the investigation into the economic, political and cultural heritage of the Greeks, the presence of the Greeks in the Lviv Diaspora, their evolution and multibranch development are pointed out.  The Greek population of Lviv in the 14th – 18th centuries affirmed their own way of life by their economic and public activities. And today, we can observe the material and spiritual heritage of the Greek community while walking along the streets of Lviv.

 

 

Η Ελληνική παροικία του Λβοβ διαμορφώθηκε κατά τη διάρκεια των 14ου-18ου αι. Τολμηροί έμποροι ήταν αυτοί που εγκαταστάθηκαν πρώτοι στις εκτάσεις της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Η προοπτική του κέρδους από το εμπόριο με εμπορεύματα της Ανατολής, τους προέτρεπε να ξεπερνούν τις δυσκολίες και τους κινδύνους των μακρινών ταξιδιών. Οι Έλληνες έμποροι, βήμα βήμα, προσπάθησαν να δημιουργήσουν οικονομικές εγκαταστάσεις στις πόλεις της Γαλικίας και Ποδολίας. Οι προσπάθειες αυτές με επιτυχία πραγματοποιήθηκαν στο Κάμενετς Ποντόλσκι στο Λβοβ και στο Ζάμοστ.

Στο Λβοβ, η ανάπτυξη της ελληνικής παροικίας είχε τις δικές της ιδιομορφίες. Εκτός των προβλημάτων με τη νομική της υπόσταση, οι έλληνες έμποροι συνάντησαν και τον συναγωνισμό της ισχυρής αρμενικής παροικίας, η εμφάνιση της οποίας στην πόλη ανάγεται στο Μεσαίωνα. Οι αρμένιοι πάροικοι δεν άφησαν στους Έλληνες πολλά περιθώρια να αναπτύξουν την επιχειρηματική τους δραστηριότητα. Εκτός από τα παραπάνω και από τα τέλη του 16ου αι. άρχισε να γίνεται όλο και πιο αισθητός ο εβραϊκός ανταγωνισμός, κυρίως αυτός, των εμπορικών αντιπροσώπων του Ιωσήφ Ναξ. Με αυτά τα δεδομένα, οι Έλληνες μπορούσαν να ασχοληθούν μόνο με ευκαιριακές οικονομικές δραστηριότητες και να ελπίζουν στην επιτυχία της επιχειρηματικότητας και κοινωνικότητάς τους.

Έως το 1580, η συμμετοχή των Ελλήνων εμπόρων στη πολιτική ζωή του Βασιλείου της Πολωνίας ήταν ουδέτερη. Ουδέτερη επίσης ήταν και η στάση τους σε σχέση με τις δυνατότητες συνεργασίας με την ουκρανοελληνική “ορθόδοξη κοινότητα”. Πρωτίστως, ως έμποροι, φρόντιζαν για τη δική τους οικονομική ευημερία. Η κατάσταση αυτή όμως, με τον καιρό άλλαξε.

Προς τα τέλη του 16ου αι., ένα μέρος των εμπόρων, μόνιμα εγκαταστάθηκε στις πόλεις, άρχισε να συνεργάζεται με τους ντόπιους εμπόρους και τις τοπικές αρχές. Για να επιταχύνουν τη διαδικασία της ενσωμάτωσής τους στο τοπικό περιβάλλον, οι Έλληνες, έψαχναν τρόπους και μέσα για να υποστηρίξουν τις δραστηριότητές τους. Στο Λβοβ, αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν το δρόμο που καθόριζε τη θρησκευτική και πολιτική οριοθέτηση, δρόμος που αναπόφευκτα οδηγούσε στην επιλογή μεταξύ της καθολικής και ορθόδοξης παροικίας της πόλης. Στα τέλη του 16ου αι. μεταξύ των Ελλήνων εμπόρων ξεχώρισαν μερικοί, οι οποίοι άρχισαν να συνεργάζονται με τους Ουκρανούς κατοίκους της πόλης και να συμμετέχουν στο τοπικό ορθόδοξο κίνημα.

Παρά τις αρχικές αναπόφευκτες δυσκολίες, η ατμόσφαιρα που συνάντησαν οι Έλληνες πάροικοι με την εγκατάστασή τους στην Ουκρανική γη ήταν ευνοϊκή. Οι περισσότεροι, κάτοχοι μεγάλων κεφαλαίων, εύκολα πλησίασαν αξιωματούχους της Αυλής του βασιλιά και εκπροσώπους του Μαγιστράτου της πόλης. Ο Κωνσταντίνος Κορνιακτός ήταν ιδιαίτερος γραμματέας του βασιλιά Σιγισμούνδου του Β΄ Αυγούστου. Ο Ιωάννης Αφεντικός, ο Γιούρι Πάπαρης, ο Θεόδωρος Τομκέβιτς (Τόμης), ο Ιωάννης Μαζαράκης, ο Κωνσταντίνος Βέβελης, συμμετείχαν ενεργά στην πολιτική ζωή των Παραδουνάβιων ηγεμονιών, της Πολωνίας και της Μοσχοβίας.

Όπως στη Δύση στα χρόνια της Μεταρρύθμισης, οι καθολικοί και οι διαμαρτυρόμενοι υποστήριζαν τους ομόδοξούς τους, έτσι και στο Λβοβ στα τέλη του 16ου- αρχές του 17ου αι., οι περισσότεροι Έλληνες αποτελούσαν ενιαίο σύνολο με τον τοπικό Ουκρανικό πληθυσμό. Η θρησκεία, στα πρώτα χρόνια της σύγχρονης ιστορίας, ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες που συνένωνε τους ανθρώπους, καθόριζε την εθνικότητα και τον πολιτισμό τους. Για τη πλειονότητα της πρώτης γενιάς των Ελλήνων μεταναστών στο Λβοβ, η Αδελφότητα του Ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ήταν το κέντρο της πνευματικής ένωσης.

Η Σταυροπηγιακή Αδελφότητα ήταν η πιο ισχυρή ορθόδοξη κοινότητα στα εδάφη όπου κυριαρχούσε ο καθολικισμός. Για τους Έλληνες η παροχή βοήθειας και υποστήριξης στην Αδελφότητα, ήταν ζήτημα αρχής και γοήτρου. Για το λόγο αυτό, υποστήριζαν οικονομικά τη δραστηριότητά της. Η επιρροή που ασκούσαν στα εσωτερικά της Αδελφότητας δεν ήταν μεγάλη ούτε και καθοριστική. Οι Έλληνες αποτέλεσαν μειοψηφία στη κοινότητα και σε πολλές περιπτώσεις η θέση τους σε ζητήματα που αφορούσαν στην Ουκρανική παροικία δεν ήταν σαφής. Το κύρος τους αυξήθηκε από τη στιγμή της άφιξης στο Λβοβ του επισκόπου Αρσένιου Ελασσόνος. Η θέση των Ελλήνων ισχυροποιήθηκε στο τέλος του 17ου αι. Μερικοί εξελέγησαν σε ηγετικά στελέχη της Αδελφότητας, αυξήθηκε και ο αριθμός τους αναλογικά σε σχέση με τους Ουκρανούς.

Μια από τις ιδιομορφίες της Ελληνικής μετανάστευσης στα εδάφη της Πολωνίας είναι και το γεγονός ότι οι εκπρόσωποι της δεύτερης και η απόλυτη πλειοψηφία της τρίτης γενιάς των πάροικων έπαψαν να συνεργάζονται με Ουκρανικούς θεσμούς, αφομοιώθηκαν από τους Πολωνούς ή μετανάστευσαν στα εδάφη των Κοζάκων. Ο πιο γνωστός μεταξύ των Ελλήνων, ο Κωνσταντίνος Κορνιακτός, ήταν μαικήνας και προστάτης της Αλελφότητας ενώ ο εγγονός του Κάρολος Φραντσίσκος Κορνιακτός θεωρούσε ήδη τον εαυτό του εκπρόσωπο των Πολωνών σλάχτα και πολεμούσε ενάντια στο στρατό των Κοζάκων του Μπογκντάν Χμελνίτσκι. Τέτοιου είδους παραδείγματα δεν ήταν σπάνια και για τις οικογένειες των Πάπαρη, Λάνγκη και Βέβελη. Ωστόσο, παρά την αφομοίωση που υπέστησαν, χάρη στη διατήρηση της θρησκευτικής τους ταυτότητας και της αποφυγής των μικτών γάμων, οι Έλληνες πάνω από εκατό χρόνια διατήρησαν την εθνική τους ταυτότητα.

Τα αποτελέσματα της έρευνας, τα οποία παρουσιάζονται σ΄αυτή τη μονογραφία, επιτρέπουν να ξεχωρίσουμε τους εκπροσώπους της Ελληνικής παροικίας του Λβοβ από το γενικό πλήθος του “ανατολικού κόσμου”, να προσδιορίσουμε τη θέση τους στην πολυεθνική Ανατολική Ευρώπη εκείνης της εποχής. Η μελέτη της οικονομικής, πολιτικής και πολιτιστικής κληρονομιάς των Ελλήνων αποδεικνύει τη παρουσία ελληνικής διασποράς στο Λβοβ, αναδεικνύει όλες τις πτυχές της εξέλιξής της. Οι Έλληνες πάροικοι του Λβοβ έκαναν ενεργή την παρουσία τους με την οικονομική και κοινωνική στάση τους. Ακόμη και σήμερα μπορούμε να διακρίνουμε αυτή τη πολιτιστική και οικονομική κληρονομιά περνώντας από τους δρόμους της παλιάς πόλης του Λβοβ.